Απόσπασμα από την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι” του Μίλαν Κούντερα,
Μέρος Πέμπτο, Το Βάρος και η Ελαφρότητα, Κεφάλαιο 2.
Μετάφραση απο τα γαλλικά, Κατερίνα Δασκαλάκη
“...Ήταν όμως πιθανό ότι οι περισσότεροι πραγματικά δεν γνώριζαν τίποτα.
Και έλεγε με το νου του ότι η βασική ερώτηση δεν ήταν: Ήξεραν ή δεν ήξεραν; Αλλά: Είναι κανείς αθώος, επειδή δεν γνωρίζει; Ένας ηλίθιος καθισμένος πάνω στο θρόνο είναι απαλλαγμένος από κάθε ευθύνη, από το γεγονός ότι είναι ηλίθιος;
Ας παραδεχτούμε ότι ο Τσέχος εισαγγελέας που ζητούσε, στην αρχή της δεκαετίας του πενήντα, την ποινή του θανάτου για κάποιον αθώο, είχε εξαπατηθεί από τη ρωσική μυστική αστυνομία και από την κυβέρνηση της χώρας του. Τώρα όμως που είναι γνωστό πως οι κατηγορίες ήσαν παράλογες και οι καταδικασμένοι ήσαν αθώοι, πώς είναι δυνατόν ο ίδιος εισαγγελέας να υπεραμύνεται της καθαρότητας της ψυχής του και να χτυπάει το στέρνο του: η συνείδησή μου είναι ακηλίδωτη, δεν ήξερα, νόμιζα! Ακριβώς σ' αυτό το “Δεν ήξερα! Νόμιζα” δεν βρίσκεται το ανεπανόρθωτο λάθος του;
Τότε ο Τόμας θυμήθηκε την ιστορία του Οιδίποδα. Ο Οιδίποδας δεν ήξερε ότι πλάγιαζε με την ίδια τη μητέρα του, μολαταύτα, όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, δεν ένιωσε αθώος. Δεν μπόρεσε να υποφέρει το θέαμα της δυστυχίας που είχε προξενήσει με την άγνοιά του, ξερίζωσε τα μάτια του και, τυφλός για πάντα, έφυγε από τη Θήβα.
Ο Τόμας άκουγε τα ουρλιαχτά των κομμουνιστών που υπεραμύνονταν της καθαρότητας της ψυχής τους, και έλεγε με το νου του: Εξαιτίας της δικής σας ασυνειδησίας, αυτός ο τόπος έχει ίσως για αιώνες χάσει την ελευθερία του και σεις φωνάζετε πώς νιώθετε αθώοι; Πώς μπορείτε ακόμα να κοιτάζετε γύρω σας; Πώς δεν είσαστε τρομοκρατημένοι; Είσαστε ικανοί να βλέπετε; Αν είχατε μάτια, θα έπρεπε να τα ξεριζώσετε και να φύγετε απ΄τη Θήβα.”
